27.4.11

το αυτονομο νευρικο συστημα. η διεγερση και η χαλαρωση.


Το αυτόνομο νευρικό σύστημα είναι αυτό που κυρίως ρυθμίζει τη βασική κατάσταση του οργανισμού. Το status του σε κάθε στιγμή. Είναι αυτό που βρίσκεται σε άμεση σχέση με όλη την κατάσταση του οργανισμού, τις εξωτερικές συνθήκες και με βάση μαθημένες συμπεριφορές, πρότυπα αντίδρασης στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος, που προέρχονται από υπερκείμενες εξελικτικά εγκεφαλικές δομές, προχωρά και στις ανάλογες δράσεις, στο μεγαλύτερο βαθμό ασυνείδητα. Τέτοιες λειτουργίες για παράδειγμα, είναι ο τόνος των αγγείων, η λειτουργία τη καρδιάς, η αναπνοή, η πέψη, η λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, καθώς και ένα ολόκληρο ορμονικό σύστημα, από εξωκρινείς και ενδοκρινείς αδένες, που συμμετέχει στον έλεγχο του μεταβολισμού του οργανισμού, της ομοιοστασίας των υγρών και των ηλεκτρολυτών, τη ρύθμιση του ύπνου κτλ.

Το αυτόνομο νευρικό σύστημα που αποτελείται από νεύρα, περιφερικά γάγγλια και κέντρα στον εγκέφαλο, αποτελεί με ένα τρόπο, εξελικτικά, τη βάση, το πρώτο ας πούμε σκαλοπάτι στην προς τα πάνω ανάπτυξη του νευρικού συστήματος, εξελισσόμενο όμως παράλληλα και το ίδιο, με νέα κέντρα και συνδέσεις στον εγκέφαλο.
Όταν αναπτύσσονται μετέπειτα τα νεότερα και πιο εξελιγμένα τμήματα, αποκτούν κάποιο έλεγχο πάνω στις βασικές του αντιδράσεις. Τέτοιοι ρυθμιστικοί μηχανισμοί, στενά συνδεδεμένες με το αυτόνομο νευρικό σύστημα είναι περιοχές του κροταφικού λοβού, όπως είναι ο ιππόκαμπος και ο αμυγδαλοειδής πυρήνας που παίζουν σημαντικό ρόλο στη μνήμη και τη συγκινησιακή δραστηριότητα και κινητοποιούν τις βασικές αντιδράσεις άμυνας του οργανισμού απέναντι σε κινδύνους από το περιβάλλον, μέσα από μαθημένες συμπεριφορές, που σε αυτές παίζει ρόλο και ο εγκεφαλικός φλοιός. Κεντρικό ρόλο στο συντονισμό στο αυτόνομο νευρικό σύστημα και την ομοιοστασία, παίζει ο υποθάλαμος, ένας σχηματισμός στο έδαφος της τρίτης κοιλίας του εγκεφάλου, που βρίσκεται σε στενή ανατομική και λειτουργική σχέση με την υπόφυση που συντονίζει το μεγαλύτερο μέρος της ενδοκρινικής δραστηριότητας του οργανισμού, καθώς και με τον εγκεφαλικό φλοιό.
Ανάλογα με το πόσο ανεπτυγμένα είναι στις διάφορες εξελικτικές βαθμίδες αυτά τα κέντρα,
γίνεται και ο ανάλογος έλεγχος και παρέμβαση των νεότερων κέντρων πάνω στο αυτόνομο νευρικό σύστημα αλλά στη βάση τους οι λειτουργίες είναι κοινές ιδιαίτερα στα θηλαστικά.
Τα κέντρα αυτών των λειτουργιών, μέσω του υποθαλάμου, είναι συνδεδεμένα με όλα τα τμήματα του εγκεφάλου. Ο υποθάλαμος συντονίζοντας, σε συνεργασία με τα θαλαμικά κέντρα, τα σωματοαισθητικά ερεθίσματα από τις αισθητικές περιοχές του εγκεφάλου και τις περιοχές που έχουν σχέση με τη μνήμη και το συναίσθημα, τα προβάλει στον προμετωπιαίο φλοιό, δημιουργώντας ένα γενικό ψυχικό συναίσθημα που προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό και την αντίδραση του οργανισμού.
Το συναίσθημα επειδή είναι αποτέλεσμα της προβολής των αρχικών διεγέρσεων, συγκινήσεων, στον εγκεφαλικό φλοιό, παίρνει ένα μοναδικό χαρακτήρα στον κάθε άνθρωπο, μιας και οι εμπειρίες του κάθε ανθρώπου είναι μοναδικές. Όμως η πυροδότηση βασίζεται στη διέγερση συγκεκριμένων κέντρων που προκαλούν ευχαρίστηση ή πόνο, με σκοπό να κινητοποιήσουν τον οργανισμό να αντιδράσει όταν υπάρχει κίνδυνος ή από την άλλη να επιδιώξει πάλι την ικανοποίηση όταν κάτι είναι προς όφελος του. Όπως έχουμε αναφέρει και σε προηγούμενη ανάρτηση, η έδρα των συγκινήσεων και της μνήμης που συνδέεται με αυτά είναι οι δομές του μεταιχμιακού συστήματος που είναι κοινές σε όλα τα θηλαστικά αλλά και τον άνθρωπο. Στον άνθρωπο με τη μεγάλη ανάπτυξη του μετωπιαίου φλοιού, που αποτελεί την έδρα των αφηρημένων εννοιών, των ιστοριών και της λογικής σκέψης, αυτές οι συγκινήσεις παίρνουν έναν πιο σύνθετο χαρακτήρα, μπορούν να ενισχυθούν ή να κατασταλούν και γενικά να τροποποιηθούν. Όμως σε μεγάλο βαθμό, η ευχαρίστηση από τη μια μεριά και ο πόνος από την άλλη είναι ουσιαστικά οι οδηγοί των πράξεων μας. Τα αισθήματα ευχαρίστησης, σε γενικές γραμμές, είναι συνδεδεμένα με τη ζωή και ο πόνος με ότι την απειλεί.
Αυτός είναι και ένας λόγος που για τα ευχάριστα συναισθήματα συνήθως λειτουργεί θετική παλίνδρομη ρύθμιση. Δηλαδή όσο ικανοποιούμε τους σχετικούς υποδοχείς, τόσο περισσότεροι αναπτύσσονται, πάντα φυσικά μέσα σε κάποια όρια από άλλα νευρωνικά κυκλώματα που βάζουν φραγμό στην συνεχή διέγερση, που έχουν συνήθως σχέση με την κόπωση.
(Σ’ αυτό το γεγονός στηρίζεται και μία πλευρά του ζητήματος της εξάρτησης από ουσίες που προκαλούν αίσθημα ευχαρίστησης και γι αυτό και εθισμό. Όσο ικανοποιούμε τους υποδοχείς αυτούς τόσο αυτοί αναπτύσσονται. Όταν δεν τους προσφέρουμε αυτό που θέλουν τότε αρχίζουν και διαμαρτύρονται και όσο πιο πολλοί είναι τόσο περισσότερο η διαμαρτυρία τους παίρνει επώδυνο χαρακτήρα. Πειράματα με ποντίκια που τα είχαν συνδέσει με ηλεκτρόδια και ερεθίζανε μια συγκεκριμένη περιοχή του εγκεφάλου που προκαλούσε ευχαρίστηση και μπορούσαν πατώντας έναν μοχλό να συνεχίσουν τη διέγερση, ενώ δίπλα τους είχαν τροφή, συνέχιζαν να πατούν τον μοχλό για να συνεχισθεί ο ερεθισμός αγνοώντας τελείως την τροφή δίπλα τους, μέχρι που εξαντλούνταν από την πείνα αλλά συνέχιζαν να πατάνε τον μοχλό).
Τα αισθήματα του πόνου δεν έχουν φυσικά τέτοια θετική παλίνδρομη ρύθμιση, απλά ανάλογα με την ένταση του πόνου που προκαλούν, προειδοποιούν για το μέγεθος της απειλής.
Τα αισθήματα του πόνου και της ευχαρίστησης είναι καθοριστικά και για τη μνήμη. Εξελικτικά αυτός είναι ο ρόλος των αισθημάτων. Να υπενθυμίζουν στον οργανισμό τι πρέπει να αποφεύγει και τι πρέπει να επιδιώκει. Γι αυτό και αυτά που μένουν στη μνήμη μας είναι αυτά που έχουν συνδεθεί με έντονα συναισθήματα. Το συναίσθημα είναι αυτό που ενισχύει τη μνήμη.
Ο ανθρώπινος οργανισμός και όχι μόνο αυτός, όλοι οι οργανισμοί, δεν είναι κάποιοι τέλειοι οργανισμοί. Είναι αποτέλεσμα της εξέλιξης και συνεχίζουν να είναι σε εξέλιξη. Λειτουργούν δηλαδή με μαθημένες αντιδράσεις, από όλη την εξελικτική διαδικασία, στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος. Πολλές από αυτές είναι ατελείς ή μπορεί και λανθασμένες μιας και τώρα μπορεί να λειτουργούν σε διαφορετικές συνθήκες από εκείνες για τις οποίες επελέγησαν. Για παράδειγμα, διάφορες ουσίες που προκαλούν ευχαρίστηση, όπως για παράδειγμα η γλυκιά γεύση που συνδυάσθηκε με την τροφή των καρπών με τους οποίους επιζούσε για εκατομμύρια χρόνια ο άνθρωπος και όχι μόνο αυτός, έμαθε να τις αναζητεί. Άλλες ουσίες μπλοκάρανε τους υποδοχείς του πόνου, ουσίες που παράγονται και μέσα μας, σε καταστάσεις στρες, όπως είναι τα ενδογενή οπιοειδή, αλλά βρίσκουμε και στη φύση και ασκούν ανάλογες δράσεις. Για να μεγιστοποιηθεί το αποτέλεσμα όταν γινόταν διέγερση των υποδοχέων που προκαλούν ευχάριστα συναισθήματα, γινόταν ταυτόχρονα και αύξηση της έκφρασης τους, επιζητώντας δηλαδή και άλλη ικανοποίηση. Η αρνητική παλίνδρομη ρύθμιση λειτουργεί στις περισσότερες απο αυτές τις περιπτώσεις, κυρίως έμμεσα από διαφορετικούς μηχανισμούς. Για παράδειγμα όταν τρώμε ένα νόστιμο φαγητό, -και το νόστιμο σημαίνει ότι διεγείρονται ιδιαίτερα κάποιοι υποδοχείς ευχαρίστησης στον εγκέφαλο, θέλουμε να φάμε και άλλο και μας σταματάει η διάταση του στομαχιού που δημιουργεί ένα αίσθημα κορεσμού. Το ότι δεν υπάρχει επαρκής παλίνδρομη ρύθμιση για τους μηχανισμούς της ευχαρίστησης, εξηγεί και γιατί στην σημερινή εποχή που έχουμε αφθονία αγαθών, θερμίδων, ουσιών που προκαλούν ευχαρίστηση, εύκολα φθάνουμε στην κατάχρηση προκαλώντας βλάβη στον εαυτό μας. Φταίει η εξέλιξη γι αυτό και οι μηχανισμοί που δημιούργησε. Η ρύθμιση μπορεί να γίνει κυρίως απο τη συνειδητή παρέμβαση του εγκεφαλικού νεοφλοιού, της γνώσης και της λογικής δηλαδή, που έχει μάθει να διακρίνει το όφελος του εαυτού σε πιο μακροπρόθεσμη βάση και όχι μόνο από την άμεση ευχάριστη αίσθηση.
Με τις εθιστικές ουσίες-αλκοόλ, νικοτίνη, οπιοειδή, διεγερτικές ουσίες κτλ-γίνεται με κάποιο τρόπο το εξής. Αυτές δρουν σε διάφορα κέντρα ευχαρίστησης, πάνω σε κάποιους υποδοχείς. Οι υποδοχείς αυτοί όταν ικανοποιούνται πολλαπλασιάζονται-πάντα μέχρι κάποιου σημείου-, είναι όπως κάποιος ταΐζει, μου έλεγε ένας φίλος μου ψυχίατρος, κάποια σκυλιά. Τότε θα μαζευτούν και άλλα σκυλιά και θα ζητάνε τροφή. Στο τέλος θα μαζευτούν όλα τα αδέσποτα της γειτονιάς. Αν μια μέρα δεν τα ταΐσεις θα αρχίσουν να γαβγίζουν μέχρι να τους δώσεις τροφή. Είναι το σύνδρομο στέρησης. Ανάλογα με το πόσοι υποδοχείς αναπτύσσονται και πόσο επίμονα γαβγίζουν, εξαρτάται και η εθιστικότητα της μιας ή της άλλης ουσίας. Για παράδειγμα η καφεΐνη δημιουργεί μια πολύ ήπια στέρηση. Σε αντίθεση με το αλκοόλ ή τα οπιούχα που κάνουν πολύ ισχυρή(φαίνεται ότι αυτά που συνδυάζουν καταστολή του πόνου μαζί με αίσθημα ευχαρίστησης και χαλάρωσης, είναι αυτά που κάνουν την ισχυρότερη εξάρτηση, ειδικά σε άτομα που το έχουν αυτό ανάγκη, δηλαδή "πονάνε" για διάφορους λόγους –σωματικούς ή κυρίως ψυχικούς-και έχουν γι αυτό το λόγο ανάγκη ανακούφισης και χαλάρωσης. Τα διεγερτικά, ακόμη και τα πιο ισχυρά, αμφεταμίνες, κοκαΐνη κτλ, εξυπηρετούν ανάγκες "αύξησης" , ενίσχυσης του εαυτού, είτε για να ανταποκριθεί σε αυξημένες απαιτήσεις είτε γιατί έτσι θα φανεί ισχυρότερος.
Οι παραπάνω μηχανισμοί εξηγούν και το πώς η έλλειψη ικανοποίησης σε κάποιον τομέα μπορεί να οδηγήσει σε αναπλήρωση της ευχαρίστησης με κάτι άλλο, πχ με το φαγητό.
Πέρα από τον έλεγχο βασικών αντιδράσεων, λειτουργιών του οργανισμού, μια βασική αντίδραση που βασίζεται σε μαθημένες συμπεριφορές πολλών χιλιετιών εξέλιξης, είναι η αντίδραση μάχης ή φυγής. Δηλαδή όταν το θηλαστικό κινδυνεύει έχει συνήθως δύο βασικές επιλογές. Η μια είναι να δώσει μάχη και η άλλη να φύγει(fight or flee). Στην πρώτη περίπτωση γίνεται μια διέγερση των λειτουργιών του οργανισμού για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της μάχης και στη δεύτερη περίπτωση με την φυγή αποφεύγεται η μεγάλη διέγερση που απαιτεί η μάχη. Και λέμε βασικές, επειδή πάνω σ’ αυτές τις βασικές αντιδράσεις υπάρχουν πολλές παραλλαγές. Για παράδειγμα να μη δίνεις μάχη αλλά και ούτε να φεύγεις. Ή να είσαι σε μια κατάσταση συνεχούς υποτιθέμενου κινδύνου, υιοθετώντας μια αμυντική στάση απέναντι στο περιβάλλον, χωρίς δηλαδή να υπάρχει πάλι χαλάρωση. Ή να αντιδράσεις με πανικό απέναντι στον κίνδυνο, η αντίδραση παγώματος (freeze). Αυτές οι αντιδράσεις χαρακτηρίζουν περισσότερο τον άνθρωπο μιας και στις περισσότερες περιπτώσεις παρεμβάλλονται οι φλοιϊκές λειτουργίες που τροποποιούν αυτές τις βασικές αντιδράσεις, αν και στα ζώα σε περιπτώσεις μεγάλου κινδύνου μπορεί να έχουμε αυτή την αντίδραση παγώματος.
 Όπως αναφέρθηκε και πριν, στις περιπτώσεις που έχουμε γενικευμένη αντίδραση, γίνεται κινητοποίηση με συγκεκριμένο τρόπο του συνόλου του οργανισμού. Για παράδειγμα σε μια αντίδραση μάχης, η διέγερση του συμπαθητικού σκέλους του αυτόνομου συστήματος, οδηγεί μέσα από την υπερέκκριση συγκεκριμένων ορμονών και κινητοποίηση συγκεκριμένων νευρωνικών κυκλωμάτων, στην αυξημένη περιφερική αιμάτωση των μυών, στην αύξηση τους αρτηριακής πίεσης, στην αύξηση των καρδιακών παλμών και γενικά του καρδιακού έργου, στη βρογχοδιαστολή ώστε να πάει περισσότερος αέρας άρα και οξυγόνο τους πνεύμονες, τη μυδρίαση των οφθαλμών, την αυξημένη εγρήγορση κλπ. Αν επικρατήσει ο φόβος, για έναν επικείμενο κίνδυνο, πραγματικό ή υποτιθέμενο, ή αν απέναντι σε ένα ερέθισμα που ο οργανισμός το θεωρεί απειλητικό και για διάφορους λόγους δεν θέλει ή δεν μπορεί να αντιδράσει ή προσπαθεί να κρύψει την επιθετικότητα του, τότε η διέγερση του αυτόνομου νευρικού συστήματος, προσπαθώντας να προφυλάξει τα ζωτικά του όργανα που θεωρεί ότι κινδυνεύουν, οδηγεί στην απόσυρση του αίματος από την περιφερική κυκλοφορία με αποτέλεσμα το χλόμιασμα και την υπερφόρτωση τους καρδιάς με πολύ επιπλέον έργο που μπορεί να οδηγήσει σε αρρυθμίες κτλ.
Αυτό που βλέπουμε δηλαδή είναι ότι δεν υπάρχουν μόνο οι βασικές αντιδράσεις αλλά ανάλογα με το ποια πρότυπα συμπεριφοράς έχουν επικρατήσει, κινητοποιούνται τα αντίστοιχα νευρωνικά κυκλώματα με τη βοήθεια συγκεκριμένων ορμονών που έχουν σχέση με τη διέγερση αυτού του συστήματος. Ο οργανισμός, ιδιαίτερα ο ανθρώπινος για τον οποίον αναφερόμαστε, έχει διαμορφώσει εξελικτικά πολλά πρότυπα συμπεριφοράς από τα οποία επικρατούν κάποια, ανάλογα με τις συνθήκες ή ανάλογα με το πώς έχει μάθει το συγκεκριμένο άτομο να αντιδρά. Τις βασικές αντιδράσεις θα μπορούσαμε να τις δούμε πιο απλοποιημένα στα θηλαστικά όπου οι επιλογές είναι πιο περιορισμένες και οι αντιδράσεις στα εξωτερικά ερεθίσματα πιο σταθερές. Στον άνθρωπο, λόγω της ύπαρξης του νεοφλοιού, για λόγους στους οποίους έχουμε αναφερθεί, οι επιλογές μπορεί να είναι τροποποιημένες από μαθημένες συμπεριφορές πάνω στις βασικές συγκινησιακές αντιδράσεις αλλά και να τροποποιηθούν και στη συνέχεια. Ξεκινούν όμως, έχουν σαν βάση τους τις ίδιες περίπου δομές σε όλα τα θηλαστικά.
Το αυτόνομο νευρικό σύστημα το χωρίζουμε σε δύο βασικά τμήματα. Το παρασυμπαθητικό και το συμπαθητικό νευρικό σύστημα. Αυτά συνεργάζονται στενά μεταξύ τους και στις περισσότερες περιπτώσεις έχουν αντιτιθέμενες δράσεις. Το κάθε όργανο του σώματος και ο οργανισμός συνολικά, βρίσκεται κάτω από την ισόρροπη δράση αυτών των δύο τμημάτων του. Όταν υπερισχύει η δράση του παρασυμπαθητικού μιλάμε ότι επικρατεί παρασυμπαθητικοτονία και όταν υπερισχύει η δράση του συμπαθητικού, συμπαθητικοτονία.
Το αυτόνομο νευρικό σύστημα, όπως και όλο το νευρικό σύστημα, δρα μέσω των νευροδιαβιβαστών, οι οποίες είναι ουσίες που μεταβιβάζουν τις ώσεις από το ένα νευρικό κύτταρο στο άλλο αλλά και δρουν στο τελικό όργανο- στόχο. Σε αυτή την περίπτωση δρουν πάνω σε ειδικούς υποδοχείς που μεταβιβάζουν αυτή τη δράση στο συγκεκριμένο όργανο. Βασικές νευροδιαβιβαστικές ουσίες του συμπαθητικού είναι η αδρεναλίνη, η νοραδρεναλίνη και η ντοπαμίνη, ενώ του παρασυμπαθητικού είναι η ακετυλοχολίνη. Και πολλές όμως άλλες ουσίες δρουν σαν νευροδιαβιβαστές.
Το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα είναι σε γενικές γραμμές αυτό που αναλαμβάνει περισσότερο δράση όταν ο οργανισμός αναπαύεται ή αναπληρώνει τις δυνάμεις του. Πχ όταν κοιμόμαστε ή μετά το φαγητό έχουμε μία υπερτονία του παρασυμπαθητικού. Σ’ αυτή την περίπτωση το αίμα αποσύρεται εν μέρει από τους σκελετικούς μύες(επειδή δεν θα επιτελέσουν έργο), πέφτουν οι παλμοί της καρδιάς, στους πνεύμονες πάει λιγότερος αέρας, οι κόρες των ματιών συστέλλονται. Αντίθετα το συμπαθητικό νευρικό σύστημα αναλαμβάνει δράση όταν ο οργανισμός είναι σε εγρήγορση και διεγείρεται περισσότερο όταν θεωρεί ότι ο οργανισμός βρίσκεται σε μικρότερο ή μεγαλύτερο κίνδυνο ή έχει να επιτελέσει αυξημένο μυϊκό έργο.
Αν και τα δύο τμήματα του αυτόνομου είναι σε συνεχή συνεργασία μεταξύ τους, σε μία ανταγωνιστική και αλληλορυθμιστική σχέση, υπάρχει ταυτόχρονα ένας κυκλικός ρυθμός εναλλαγής μεγαλύτερης διέγερσης του συμπαθητικού και του παρασυμπαθητικού, πέρα από την περιστασιακή υπερίσχυση της μιας ή της άλλης δράσης. Αυτοί οι κυκλικοί ρυθμοί του οργανισμού για διάφορες λειτουργίες, ονομάζονται κιρκάδιοι ρυθμοί. Υπάρχει δηλαδή ένας ημερήσιος κιρκάδιος ρυθμός του οργανισμού που αφορά τη λειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Το βράδυ επικρατεί η λειτουργία του παρασυμπαθητικού , ενώ από το πρωί, συνήθως νωρίς, αρχίζει να ανεβαίνει σταδιακά η δράση του συμπαθητικού. Σε αυτή τη φάση της μετάβασης στη συμπαθητικοτονία, γίνονται κάποιες αναταράξεις στην προηγούμενη ισορροπία, με αποτέλεσμα να έχουμε αυτή την ώρα και τα περισσότερα καρδιοαγγειακά συμβάματα, ανάλογα και με τα λάθη και τις βλάβες που έχουν συσσωρευτεί στα διάφορα όργανα του καρδιαγγειακού συστήματος. Κυρίως όμως αυτά τα συμβάματα είναι αποτέλεσμα του ότι δεν έχουμε στον ύπνο την απαιτούμενη καταστολή του συμπαθητικού. Είναι πολλές οι αιτίες που μπορεί να το προκαλέσουν αυτό. Μία από αυτές, από τις πιο συχνές και επικίνδυνες, είναι το γνωστό σύνδρομο των απνοιών στη διάρκεια του ύπνου, που οφείλεται σε προβλήματα αναπνοής, παχυσαρκίας και επιδεινώνεται από την κατάχρηση φαγητού ή αλκοόλ αργά το βράδυ. Στις περισσότερες περιπτώσεις όμως η μη καταστολή του συμπαθητικού είναι αποτέλεσμα του έντονου στρες που συνεχίζεται, σε διαφορετικό βαθμό και τη νύχτα. Η μεγάλη κατανάλωση καφέ, καπνού, αλκοόλ και φαγητού επιδεινώνει αυτά τα προβλήματα.
Επίσης όταν είναι έντονη η διέγερση του συμπαθητικού λόγω στρες, έχουμε συνήθως και έντονες εκδηλώσεις από το παρασυμπαθητικό που μερικές φορές αντιδρά έντονα στην προσπάθεια να ισορροπήσει τις δράσεις της συμπαθητικοτονίας. Έτσι οι δράσεις πολλές φορές μπερδεύονται. Στο γαστρικό έλκος, που συχνά συμβάλλει στη δημιουργία του το συνεχές στρες, δηλαδή η διέγερση του συμπαθητικού, αντίθετα η υπερέκκριση γαστρικού υγρού που το δημιουργεί είναι αποτέλεσμα της δράσης του παρασυμπαθητικού συστήματος. Ανάλογα φαινόμενα αλλά σε πολύ πιο έντονο βαθμό, ίσως συμβαίνουν στις καταστάσεις πανικού, έντονου φόβου κτλ.
Έχει σημασία να δούμε ότι στις αντιδράσεις κινδύνου, αναπτύχθηκαν πολλά κυκλώματα που λόγω του ότι οι πρόγονοι μας, όπως και στις προηγούμενες από τον άνθρωπο εξελικτικές σειρές, βρισκόντουσαν συνεχώς σε κίνδυνο και χρειαζόταν έτσι να δίνουν μάχες συνεχώς, αναπτύχθηκαν ισχυροί μηχανισμοί διέγερσης για την αντιμετώπιση των κινδύνων. Γι αυτό και στον παραμικρό κίνδυνο βλέπουμε να υπάρχει κινητοποίηση αυτών των μηχανισμών αντίδρασης, ενώ οι μηχανισμοί χαλάρωσης είναι λιγότερο ευαισθητοποιημένοι. Ο εγκέφαλος εξ άλλου δεν μπορεί να ξεχωρίσει αν ένας κίνδυνος είναι πραγματικός ή φανταστικός. Αντιδρά το ίδιο. Πρέπει να πιστέψει ότι δεν κινδυνεύει για να χαλαρώσει. Αυτό μπορεί να το πετύχει είτε με την άμεση γνώση ή δίνοντας μια καθησυχαστική εξήγηση.
Το αυτόνομο νευρικό σύστημα παίζει σημαντικό ρόλο και στην άμυνα του οργανισμού. Υπάρχει μία στενή αλληλεξάρτηση του νευρικού συστήματος, κυρίως του αυτόνομου, με το ενδοκρινικό σύστημα μέσω της υπόφυσης, του αδένα στη βάση του εγκεφάλου, που ενορχηστρώνει τις ορμονικές απαντήσεις των ενδοκρινών αδένων του οργανισμού. Η υπόφυση είναι σε ανατομική και λειτουργική σχέση με τον υποθάλαμο, η οποία δέχεται νεύρωση από όλες τις υπόλοιπες νευρικές δομές. Από αυτές τις δομές συντονίζεται όλο το αυτόνομο νευρικό σύστημα αλλά και οι ενδοκρινικές λειτουργίες που ελέγχουν την ομοιοστασία των υγρών του σώματος, τον μεταβολισμό των λευκωμάτων και των υδατανθράκων, των λιπών, την πρόσληψη τροφής και νερού, τη ρύθμιση του ύπνου, τον βασικό μεταβολισμό και την αναπαραγωγή, εμπλεκόμενο επίσης άμεσα σε ψυχικές αντιδράσεις. Τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος έχουν υποδοχείς για τους νευροδιαβιβαστές που δρουν στο αυτόνομο νευρικό σύστημα. Αυτή η στενή αλληλεξάρτηση των τριών συστημάτων, δημιουργεί έναν άξονα που ελέγχει τις βασικές απαντήσεις του οργανισμού.
Μία κατάσταση έντονου και συνεχούς στρες, που σημαίνει μία συνεχή υπερδιέγερση του συμπαθητικού συστήματος, καταστέλλει σημαντικά τη δράση τμημάτων του ανοσοποιητικού συστήματος και κυρίως αυτής που ονομάζεται κυτταρική ανοσία που παίζει βασικό ρόλο στην άμυνα απέναντι στους ιούς και τα μεταλλαγμένα κύτταρα δηλαδή τα καρκινικά. Μάλιστα όσο πιο έντονο είναι και πιο παρατεταμένο, τόσο μεγαλύτερη και η καταστολή. (Η κυτταρική ανοσία ασκείται μέσω της δράσης ορισμένων κυτταροτοξικών λεμφοκυττάρων. Σε γενικές γραμμές υπάρχουν δύο δρόμοι ανάπτυξης και ολοκλήρωσης της άμυνας του οργανισμού, πέρα φυσικά από αρκετούς άλλους μηχανισμούς που δρούνε σε ένα πρώτο επίπεδο, που φυσικά συνεργάζονται μεταξύ τους αλλά σε διάφορες καταστάσεις υπερτερεί η μια ή η άλλη αντίδραση. Ο ένας δρόμος είναι της παραγωγής αντισωμάτων από κάποια εξειδικευμένα γι αυτό κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, τα οποία προϋπάρχουν σαν κλώνοι, συσσωρευμένοι από την εξελικτική διαδικασία και όταν αναγνωρισθεί ένα αντιγόνο πολλαπλασιάζεται ο αντίστοιχος κλώνος και αυξάνεται η παραγωγή αντισωμάτων για το συγκεκριμένο αντιγόνο, που είναι κάποια πρωτεΐνη του μικροοργανισμού από την οποία τον αναγνωρίζει και τον εξοντώνει. Με τη σύνδεση του αντισώματος δημιουργούνται βλάβες στο κύτταρο, τον μικροοργανισμό  που φέρει το εν λόγω αντιγόνο, με αποτέλεσμα αυτός να καταστραφεί. Ο δεύτερος δρόμος είναι της λεγόμενης κυτταρικής ανοσίας, στην οποία κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος αναγνωρίζουν σαν ξένα , με διαδικασίες που έχουν καλά μελετηθεί, άλλα κύτταρα, μικροοργανισμούς ή ιούς και τα φαγοκυτταρώνουν. Τα τρώνε δηλαδή. Η κυτταρικού τύπου ανοσία είναι κυρίως υπεύθυνη για την άμυνα μας απέναντι στους ιούς αλλά και στον καρκίνο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν παίζει ρόλο και η παραγωγή αντισωμάτων σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Η κυτταρικού τύπου ανοσία παίζει σημαντικό ρόλο και σε πολλές αυτοάνοσες παθήσεις, παθήσεις δηλαδή που το ανοσοποιητικό σύστημα στρέφεται ενάντια σε κύτταρα του εαυτού μας, που τα αναγνωρίζει σαν ξένα.
Η καταστολή της κυτταρικής ανοσίας ίσως παίζει ρόλο και στην χρονιότητα των βλαβών στο αγγειακό επιθήλιο, μιας και η ανοσοποιητική αντίδραση δεν καταφέρνει με τους "σκουπιδοφάγους" που διαθέτει, να καθαρίσει το πεδίο της φλεγμονής από κύτταρα που έχουν υποστεί βλάβες, τα οποία εφ’ όσον δεν απομακρύνονται, λειτουργούν χημειοτακτικά, προσελκύουν δηλαδή άλλα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, διαιωνίζοντας την φλεγμονώδη διαδικασία και τη δημιουργία της αθηρωματώδους πλάκας).
Η συμπαθητικοτονία με τη διέγερση που προκαλεί σε όλα τα συστήματα του οργανισμού, προκαλεί βλάβες και ως αποτέλεσμα της ίδιας της διέγερσης. Χρειάζεται το πέρασμα στη χαλάρωση ώστε με τη δραστηριότητα του παρασυμπαθητικού συστήματος να αποκατασταθούν οι βλάβες, σε όσες περιπτώσεις αυτό είναι δυνατό.
Επίσης όταν υπάρχει μια συνεχής κατάσταση διέγερσης, αυτό οδηγεί σε εξάντληση των αποθεμάτων του οργανισμού, έτσι ώστε όταν χρειασθεί μια πραγματική διέγερση, σε μια ανάγκη του οργανισμού, να μην υπάρχουν οι δυνατότητες για κάτι τέτοιο. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο με τη δράση του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Στον διαβήτη των ενηλίκων, έχουμε αυξημένη βασική έκκριση ινσουλίνης από τα β- κύτταρα του παγκρέατος, λόγω της ινσουλινοαντοχής που έχει αναπτυχθεί και όταν μετά από ένα γεύμα χρειάζεται να παραχθούν πολύ μεγαλύτερες ποσότητες ινσουλίνης από ότι συνήθως, το πάγκρεας δεν έχει τη δυνατότητα για αυτό.
Έτσι η ομαλή εναλλαγή ανάμεσα στη διέγερση του συμπαθητικού και του παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος, είναι απαραίτητη προϋπόθεση και για την αποκατάσταση των βλαβών που δημιουργούνται αλλά και τη μεγιστοποίηση της δράσης τους όταν αυτό χρειασθεί.
Βασικό ρόλο σ’ αυτή τη λειτουργία, την αποκατάσταση των βλαβών, επιτελεί ο ύπνος, όπου έχουμε ή πρέπει να έχουμε, την καταστολή της συμπαθητικοτονίας. Αυτή η αποκατάσταση αφορά όλους τους ιστούς και πρώτα και κύρια τον εγκέφαλο.
Ο εγκέφαλος είναι ένα σύνολο διαφορετικών δομών που δημιουργήθηκαν σε διαφορετικά στάδια της εξέλιξης, τα οποία συνεργάζονται μεταξύ τους, με τα νεότερα τμήματα να ελέγχουν τα παλαιότερα, συγκροτώντας μια ολιστική λειτουργία. (Ολιστική λειτουργία σημαίνει ότι κάθε πράξη, κάθε κίνηση του σώματος, τείνει να εκφράζει το σύνολο των αναγκών του οργανισμού αλλά και του γενικού τρόπου που αντιμετωπίζει τα πράγματα).
Ο έλεγχος αυτός που ασκείται από τα νεότερα και αυστηρότερα τμήματα, ελαττώνεται στη διάρκεια του ύπνου, με αποτέλεσμα τη συνολική χαλάρωση στη διάρκεια του, κάτι που δίνει στα διάφορα τμήματα του την ευκαιρία να ανασυγκροτηθούν, να εκφράσουν τις ανάγκες τους, χωρίς όμως να πάψει τελείως ο έλεγχος. Φαίνεται ότι στον ύπνο με την κατάργηση ή εν πάση περιπτώσει τη δραστική ελάττωση του ελέγχου πάνω σ’ αυτές τις λειτουργίες, αυτές βρίσκουν το χρόνο για να ανασυνταχθούν, να αποκαταστήσουν τις βλάβες από την υπερδιέγερση, και να αποκατασταθεί η ισορροπία που είχε διαταραχθεί.
Αλλά και γενικά το ξεπέρασμα των φόβων, του υπερβολικού ελέγχου, οδηγεί σε μια γενικότερη χαλάρωση που είναι ευεργετική για το σύνολο της λειτουργίας του οργανισμού, μέσω της αρμονικότερης συνεργασίας των διαφορετικών τμημάτων του. Η παρέμβαση δηλαδή του μετωπιαίου φλοιού και των ανώτερων λειτουργιών, μπορεί να κρίνει και να τροποποιήσει αντιδράσεις τις οποίες θεωρεί λανθασμένες και οι οποίες εγκαταστάθηκαν σε στάδια που αντιπροσώπευαν άλλες ανάγκες ή δυνατότητες δράσης του οργανισμού.
Το αυτόνομο νευρικό σύστημα συνδέει με έναν τρόπο το σώμα μας και τις ανάγκες του με τον εγκέφαλο. Με το αυτόνομο νευρικό σύστημα μεταφέρονται ο τρόπος σκέψης μας, στο σώμα μας, όπως και το αντίστροφο, η κατάσταση του σώματος μας στη σκέψη μας. Τα σώματα μας με τις ιδιαιτερότητες τους, τις αδυναμίες τους, τις αρρώστιες τους, σε ένα βαθμό και φυσικά σε μια αμφίδρομη σχέση, εκφράζουν τον τρόπο που σκεφτόμαστε, που δρούμε, με βάση τα πρότυπα συμπεριφοράς μας και με ένα πιο έμμεσο τρόπο την κοινωνία και τον πολιτισμό από τον οποίον έχουμε διαμορφωθεί. Επειδή η κάθε υποκειμενικότητα με όλες τις ιδιαιτερότητες και την αυτονομία της, είναι τμήμα μιας μεγαλύτερης υποκειμενικότητας, της κοινωνίας από την οποίαν προέρχεται.

                                                                                                            Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: